κράνος το [krános]: μέρος του αμυντικού οπλισμού των στρατιωτών, που καλύπτει το κεφάλι και ένα μέρος του προσώπου. || αντίστοιχο προστατευτικό κάλυμμα του κεφαλιού από ανθεκτικό υλικό, που φορούν οι πυροσβέστες, οι ανθρακωρύχοι, οι εργάτες της βαριάς βιομηχανίας, οι οδηγοί δικύκλων κτλ.
[λόγ. < αρχ. κράνος]
Συμπέρασμα:
Ένα κράνος είναι απαραίτητο για προστασία από τις μπούρδες που διαβάζουμε !!!