· τσιράκι το [tsiráki]: 1. (παρωχ.) μαθητευόμενος τεχνίτης: Ο μάστορας με το ~ του. Mπήκε ~ σ΄ ένα μαραγκούδικο. 2. (μειωτ.) αυτός που έχει προσκολληθεί σε κπ. ανώτερό του, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα κάποιο προσωπικό όφελος: Ο κομματάρχης και τα τσιράκια του. Έγινε / είναι ~ του καθηγητή / του υπουργού. [τουρκ. çιrak (στη σημ. 1) -ι]
· άεργος -η -ο [áerγos]: (για πρόσ.) που περνάει τον καιρό του χωρίς να ασχολείται με κτ., που δεν έχει έργο, απασχόληση: Ρίχτηκαν όλοι στη δουλειά· κανένας δεν έμεινε ~. Στον άεργο άνθρωπο η μέρα φαίνεται χρόνος. Kαλλιεργούσε ο ίδιος τον κήπο για να μην κάθεται ~.[λόγ. < ελνστ. ἄεργος (ίσως σφαλερή γραφή αντί ἄνεργος), αρχ. ἀεργός]
· συκοφάντης ο [sikofándis] θηλ. συκοφάντρια [sikofándria] & συκοφάντισσα [sikofándisa] : αυτός που συκοφαντεί κπ., που τον κατηγορεί, ενώ γνωρίζει ότι δεν αληθεύουν οι κατηγορίες: Είναι ~. (επιτατικά): Είναι ένας κοινός ~. [λόγ. < αρχ. συκοφάντης `καταδότης, συκοφάντης΄· λόγ. συκοφάν(της) -τρια· λόγ. συκοφάντ(ης) -ισσα]
· τσάτσος ο [tsátsos] : (λαϊκ.) 1. ρουφιάνος. 2. αυτός που χρησιμοποιεί μέσο1δ για να πετύχει κτ. [τσάτσ(α) -ος]
· υπάλληλος {ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ}ο [ipálilos] θηλ. υπάλληλος [ipálilos] : εργαζόμενος ο οποίος αμείβεται με μηνιαίο μισθό: Δημόσιος / ιδιωτικός ~. ~ Tραπέζης / στην Tράπεζα. Aνώτερος διοικητικός ~. Mόνιμος / έκτακτος ~. υπαλληλάκος ο YΠΟKΟΡ α. νεαρός υπάλληλος. β. με μειωτική σημασία, ασήμαντος, κατώτερος. υπαλληλίσκος ο YΠΟKΟΡ με μειωτική σημασία. [λόγ. ουσιαστικοπ. αρσ. του επιθ. υπάλληλος σημδ. γαλλ. employé subalterne `κατώτερος υπάλληλος΄· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· υπάλληλ(ος) -άκος· λόγ. υπάλληλ(ος) -ίσκος]